Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le jeu de balle
01
παιχνίδι με μπάλα
activité physique impliquant l'usage d'une balle, pouvant être individuelle ou collective, avec des règles variables selon le type de jeu (ex. handball, baseball, ballon-chasseur)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jeux de balle
Παραδείγματα
Les enfants jouent au jeu de balle dans le parc après l'école.
Τα παιδιά παίζουν παιχνίδι με μπάλα στο πάρκο μετά το σχολείο.
LanGeek



























