Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le jeu de balle
01
παιχνίδι με μπάλα
activité physique impliquant l'usage d'une balle, pouvant être individuelle ou collective, avec des règles variables selon le type de jeu (ex. handball, baseball, ballon-chasseur)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jeux de balle
Παραδείγματα
Les voyageuses découvrent les jeux de balle traditionnels dans différents pays.
Οι ταξιδιώτισσες ανακαλύπτουν τα παραδοσιακά παιχνίδια με μπάλα σε διάφορες χώρες.



























