Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'origami
01
οριγκάμι, τέχνη του διπλώματος χαρτιού
technique consistant à plier une feuille de papier sans la couper ni la coller pour créer des formes variées comme des animaux, des fleurs ou des objets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'origami permet de créer des formes très complexes avec une simple feuille de papier.
Οριγκάμι επιτρέπει τη δημιουργία πολύ περίπλοκων σχημάτων με ένα απλό φύλλο χαρτιού.



























