Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le minivan
01
μίνιβαν, πολυχρηστικό όχημα
voiture particulière spacieuse, souvent avec trois rangées de sièges, adaptée au transport de familles ou de groupes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
minivans
Παραδείγματα
Les conductrices choisissent souvent le minivan pour le confort et l' espace.
Οι οδηγοί συχνά επιλέγουν το minivan για την άνεση και τον χώρο.



























