Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tyrolienne
01
τσιπλάιν, τυρολιέν
câble tendu entre deux points, souvent en hauteur, sur lequel on se déplace suspendu à un harnais ou un chariot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tyroliennes
Παραδείγματα
La tyrolienne traverse la vallée.
Η τυρολιά διασχίζει την κοιλάδα.



























