Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tyrolienne
01
τσιπλάιν, τυρολιέν
câble tendu entre deux points, souvent en hauteur, sur lequel on se déplace suspendu à un harnais ou un chariot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tyroliennes
Παραδείγματα
Les sportives respectent les règles de sécurité sur la tyrolienne.
Οι αθλήτριες τηρούν τους κανόνες ασφαλείας στην τρόλεϊ.



























