le jet ski
jet
ʤɛt
jet
ski
ski
ski

Ορισμός και σημασία του "jet ski"στα γαλλικά

01

τζετ σκι, υδροκυκλικό

engin motorisé qui permet de se déplacer rapidement sur l'eau, généralement pour une ou deux personnes 
le jet ski definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jet skis
Παραδείγματα
Il loue un jet ski pour s'amuser sur le lac. 

Νοικιάζει ένα τζετ σκι για να διασκεδάσει στη λίμνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store