Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le racquetball
01
ρακέτμπολ, ρακέτμπολ αθλημα
sport de raquette pratiqué en salle, où deux ou quatre joueurs frappent une petite balle contre les parois d'un court fermé pour marquer des points
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le racquetball demande réflexes rapides et agilité.
Το ρακέτμπολ απαιτεί γρήγορες αντανακλάσεις και ευκινησία.



























