Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le conduit à déchets
01
σωλήνας απορριμμάτων, αγωγός απορριμμάτων
tuyau ou canalisation installé dans un bâtiment pour évacuer les ordures ou déchets vers un point de collecte central
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conduits à déchets
Παραδείγματα
Les enfants doivent être prudents en utilisant le conduit à déchets.
Τα παιδιά πρέπει να είναι προσεκτικά όταν χρησιμοποιούν τον σωλήνα απορριμμάτων.



























