Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le fauteuil inclinable
01
πολυθρόνα με κλινήρη πλάτη, αναδιπλούμενη πολυθρόνα
fauteuil dont le dossier et parfois le repose-pieds peuvent être inclinés pour offrir une position plus confortable, souvent utilisé pour se détendre ou regarder la télévision
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fauteuils inclinables
Παραδείγματα
Il ajuste le fauteuil inclinable pour regarder un film confortablement.
Ρυθμίζει την καρέκλα με κλίση για να παρακολουθήσει μια ταινία άνετα.



























