Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tabouret de bar
01
μπαρ σκαμνί, μπαρ καρέκλα
siège haut, souvent sans dossier, utilisé principalement dans les bars, les comptoirs ou les cuisines pour s'asseoir à une hauteur surélevée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tabourets de bar
Παραδείγματα
Il s'est assis sur un tabouret de bar pour prendre son café.
Κάθισε σε ένα μπαρόκρεβατο για να πιει τον καφέ του.



























