taché
taché
taʃe
tashe
cachéhachertachercracher

Ορισμός και σημασία του "taché"στα γαλλικά

01

κηλιδωμένος, λεκιασμένος

qui porte une ou plusieurs taches 
taché definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus taché
συγκριτικός βαθμός
plus taché
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
taché
αρσενικό πληθυντικό
tachés
θηλυκό ενικό
tachée
θηλυκό πληθυντικό
tachées
θεματικό πεδίο
apparence, propreté, textile
Παραδείγματα
Sa chemise est tachée de café. 

Το πουκάμισό του είναι λεκιασμένο με καφέ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store