le rutabaga
ru
ʁy
ρυ
ta
ta
τα
ba
ba
μπα
ga
ga
γκα
externattournoiscourroiehautbois

Ορισμός και σημασία του "rutabaga"στα γαλλικά

01

ρουτάμπαγκα, σουηδικό γογγύλι

légume - racine rond ou ovale, à chair jaune pâle, proche du chou et du navet, utilisé cuit dans les soupes, purées ou ragoûts 
le rutabaga definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rutabagas
Παραδείγματα
Le rutabaga se prépare souvent en purée. 

Το ρουτάμπαγκα συχνά παρασκευάζεται σε πούρε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store