la carambole
ca
ka
κα
ram
ʁɑ̃
ρα
bole
ˈbɔl
μπολ

Ορισμός και σημασία του "carambole"στα γαλλικά

01

καραμπόλα, αστερόειδες φρούτο

fruit tropical allongé, à peau lisse et cireuse, qui prend la forme d'une étoile lorsqu'il est tranché, au goût sucré-acidulé 
la carambole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
caramboles
Παραδείγματα
La carambole se déguste fraîche ou en décoration de desserts. 

Η καραμπόλα απολαμβάνεται φρέσκια ή χρησιμοποιείται ως διακόσμηση επιδορπίων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store