Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tequila
01
τεκίλα, τεκίλα
alcool fort originaire du Mexique, distillé à partir du cœur (piña) de l'agave bleu, souvent consommé pur ou en cocktail
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
J'ai bu de la tequila avec du sel et du citron.
Ήπια τεκίλα με αλάτι και λεμόνι.
LanGeek



























