Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le kéfir
01
κεφίρ
boisson obtenue par fermentation de lait ou d'eau sucrée avec des grains de kéfir, contenant des bactéries et levures bénéfiques pour la digestion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Je bois du kéfir chaque matin pour ma digestion.
Πίνω κέφιρ κάθε πρωί για την πέψη μου.



























