Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le gamer
01
παίκτης, παίκτρια
personne qui joue aux jeux vidéo, par loisir ou par habitude
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gamers
αρσενικό ενικό
gamer
θηλυκό ενικό
gamer
neutral form
joueur
Παραδείγματα
C'est une gamer occasionnelle qui joue surtout le week-end.
Είναι μια gamer που παίζει περιστασιακά κυρίως τα Σαββατοκύριακα.



























