Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le dessin humoristique
01
χιουμοριστικό σχέδιο, καρίκατουρα
image ou croquis conçu pour amuser le lecteur, souvent avec un trait exagéré ou des situations absurdes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dessins humoristiques
Παραδείγματα
Le dessin humoristique fait rire tout le bureau.
Το χιουμοριστικό σχέδιο κάνει όλο το γραφείο να γελάει.



























