Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dernière minute
01
τελευταία στιγμή, επείγουσα είδηση
fait ou nouvelle qui survient juste avant la diffusion d'une information ou la réalisation d'une action, souvent utilisé dans les médias pour signaler l'actualité urgente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
dernières minutes
Παραδείγματα
Un message de dernière minute a été envoyé aux participants.
Ένα μήνυμα της τελευταίας στιγμής στάλθηκε στους συμμετέχοντες.



























