Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le téléversement
01
μεταφόρτωση, ανέβασμα
transfert de données depuis un appareil local vers internet ou un système distant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
téléversements
Παραδείγματα
Le téléversement commence automatiquement.
Η μεταφόρτωση ξεκινά αυτόματα.



























