Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le téléviseur
[gender: masculine]
01
τηλεόραση, τηλεοπτικός δέκτης
dispositif électronique qui permet de regarder la télévision à domicileتلویزیون
Παραδείγματα
Le téléviseur de la chambre est plus petit que celui du salon.
Η τηλεόραση στο υπνοδωμάτιο είναι μικρότερη από αυτή στο σαλόνι.



























