Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pince à linge
01
πιαστράκι για ρούχα, κλιπ για ρούχα
petit objet servant à fixer le linge sur un fil ou un étendoir pour le faire sécher
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pinces à linge
Παραδείγματα
J'ai accroché les draps avec des pinces à linge.
Κρέμασα τα σεντόνια με κλιπ για ρούχα.



























