Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bureau à domicile
01
γραφείο στο σπίτι, οικιακό γραφείο
pièce ou espace d'une habitation spécialement aménagé pour travailler depuis son domicile
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bureaux à domicile
Παραδείγματα
Il travaille dans son bureau à domicile.
Δουλεύει στο γραφείο του στο σπίτι.



























