la meuleuse
Pronunciation
/mølˈøz/

Ορισμός και σημασία του "meuleuse"στα γαλλικά

01

γωνιακός τροχός, γωνιακός λειαντήρας

machine électrique portative équipée d'un disque, utilisée pour couper, meuler, poncer ou ébarber des matériaux comme le métal, la pierre ou le béton
la meuleuse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
meuleuses
Παραδείγματα
Le disque de la meuleuse doit être changé régulièrement.
Ο δίσκος του τριβέλου πρέπει να αλλάζεται τακτικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store