meubler
meub
mœb
moeb
ler
le
le
meugler

Ορισμός και σημασία του "meubler"στα γαλλικά

meubler
01

επιπλώνω, εξοπλίζω με έπιπλα

fournir un logement avec des meubles 
meubler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
meuble
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
meublons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
meublerai
ενεστώτα μετοχή
meublant
παθητική μετοχή
meublé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
meublions
Παραδείγματα
Nous allons meubler notre nouvel appartement. 

Θα επιπλώσουμε το νέο διαμέρισμά μας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store