Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'outil électrique
01
ηλεκτρικό εργαλείο, ηλεκτρικό εργαλείο
outil fonctionnant à l'électricité, utilisé pour faciliter ou accélérer le travail sur le bois, le métal, la pierre ou d'autres matériaux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
outils électriques
Παραδείγματα
Il faut respecter les consignes de sécurité avec les outils électriques.
Πρέπει να τηρούνται οι οδηγίες ασφαλείας με τα ηλεκτρικά εργαλεία.



























