l'outil électrique
outil
uti
ooti
électrique
elɛktʁik
elektghik

Ορισμός και σημασία του "outil électrique"στα γαλλικά

L'outil électrique
01

ηλεκτρικό εργαλείο, ηλεκτρικό εργαλείο

outil fonctionnant à l'électricité, utilisé pour faciliter ou accélérer le travail sur le bois, le métal, la pierre ou d'autres matériaux 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
outils électriques
Παραδείγματα
La perceuse est un outil électrique très utilisé. 

Το τρυπάνι είναι ένα πολύ χρησιμοποιούμενο ηλεκτρικό εργαλείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store