Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La porte de service
01
θυρα υπηρεσιών, δευτερεύουσα πόρτα
porte secondaire d'un bâtiment, utilisée principalement pour les accès techniques, le personnel ou les usages pratiques, et non comme entrée principale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
portes de service
Παραδείγματα
Les livraisons passent par la porte de service.
Οι παραδόσεις περνούν από την υπηρεσιακή πόρτα.



























