la novella
no
naw
ve
ve
lla
ˈla
la

Ορισμός και σημασία του "novella"στα γαλλικά

01

νουβέλα, σύντομο μυθιστόρημα

œuvre de fiction plus longue qu'une nouvelle mais plus courte qu'un roman 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
novellas
Παραδείγματα
J'ai lu une novella de science-fiction très captivante. 

Διάβασα μια πολύ συναρπαστική νουβέλα επιστημονικής φαντασίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store