Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La musique expérimentale
01
πειραματική μουσική, μουντέρνα μουσική
genre musical qui explore de nouvelles techniques, sons et structures, souvent non conventionnel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il compose de la musique expérimentale avec des instruments électroniques.
Συνθέτει πειραματική μουσική με ηλεκτρονικά όργανα.



























