l'anime
a
a
α
ni
ni
νι
me
me
με
nîmesprimecrimemime

Ορισμός και σημασία του "anime"στα γαλλικά

01

ιαπωνική κινούμενη σχεδίαση, άνιμε

animation japonaise, souvent avec un style graphique spécifique 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
animes
Παραδείγματα
Il regarde un anime chaque soir. 

Βλέπει ένα άνιμε κάθε βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store