Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le cartooniste
01
καλλιτέχνης κόμικς, καλλιτέχνης καρτούν
artiste qui réalise des dessins humoristiques ou satiriques publiés dans la presse, des magazines ou en ligne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cartoonistes
αρσενικό ενικό
cartooniste
θηλυκό ενικό
cartooniste
neutral form
dessinateur/dessinatrice humoristique
Παραδείγματα
Le cartooniste publie un dessin chaque semaine dans le journal.
Ο καρικατουρίστας δημοσιεύει ένα σχέδιο κάθε εβδομάδα στην εφημερίδα.
LanGeek



























