Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le portfolio
01
φάκελος έργων, πορτφόλιο
dossier contenant les travaux d'un artiste, d'un designer, d'un photographe, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
portfolios
Παραδείγματα
Elle prépare son portfolio pour entrer dans une école d'art.
Εκείνη προετοιμάζει το πορτφόλιο της για να μπει σε μια σχολή τέχνης.



























