Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La réadaptation
01
αποκατάσταση, επαναπροσαρμογή
action de restaurer les capacités physiques, mentales ou sociales d'une personne
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La réadaptation après l'accident a pris plusieurs mois.
Η αποκατάσταση μετά το ατύχημα διήρκεσε αρκετούς μήνες.



























