la réadaptation
réadaptation
ʁeadaptasjɔ̃
readaptasyaw

Ορισμός και σημασία του "réadaptation"στα γαλλικά

La réadaptation
01

αποκατάσταση, επαναπροσαρμογή

action de restaurer les capacités physiques, mentales ou sociales d'une personne 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La réadaptation après l'accident a pris plusieurs mois. 

Η αποκατάσταση μετά το ατύχημα διήρκεσε αρκετούς μήνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store