Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
croûteux
01
κρούστας, καλυμμένος με κρούστα
qui est couvert de croûtes ou qui a une surface dure et sèche
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus croûteux
συγκριτικός βαθμός
plus croûteux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
croûteux
αρσενικό πληθυντικό
croûteux
θηλυκό ενικό
croûteuse
θηλυκό πληθυντικό
croûteuses
Παραδείγματα
La peinture ancienne est devenue croûteuse.
Η παλιά βαφή έχει γίνει κρούστα.



























