Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cuire au four
01
ψήνω στο φούρνο, ψήνω
préparer un aliment en le plaçant dans un four pour qu'il cuise à chaleur sèche
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
μόριο
au four
βασικό ρήμα
cuire
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cuis au four
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cuisons au four
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cuirai au four
παθητική μετοχή
cuit au four
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cuisions au four
Παραδείγματα
Elle va cuire au four un gâteau au chocolat.
Πρόκειται να ψήσει μια τούρτα σοκολάτας.



























