cuire au four
Pronunciation
/kyˈiʁ o fˈuʁ/

Ορισμός και σημασία του "cuire au four"στα γαλλικά

cuire au four
01

ψήνω στο φούρνο, ψήνω

préparer un aliment en le plaçant dans un four pour qu'il cuise à chaleur sèche
cuire au four definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
μόριο
au four
βασικό ρήμα
cuire
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cuis au four
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cuisons au four
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cuirai au four
παθητική μετοχή
cuit au four
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cuisions au four
Παραδείγματα
Il préfère cuire au four plutôt que de faire frire.
Προτιμά να ψήνει στο φούρνο παρά να τηγανίζει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store