antiadhésif
antiadhésif
ɑ̃tiadezif
aatiadezif

Ορισμός και σημασία του "antiadhésif"στα γαλλικά

antiadhésif
01

αντικολλητικός, μη κολλητικός

qui empêche les aliments ou les substances d'adhérer à une surface 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
antiadhésif
αρσενικό πληθυντικό
antiadhésifs
θηλυκό ενικό
antiadhésive
θηλυκό πληθυντικό
antiadhésives
θεματικό πεδίο
cuisine, technologie, surface
Παραδείγματα
Une poêle antiadhésive est plus facile à nettoyer. 

Ένα αντικολλητικό τηγάνι είναι πιο εύκολο να καθαριστεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store