le bacon
bacon
bakɔ̃
bakaw
baronbalcon

Ορισμός και σημασία του "bacon"στα γαλλικά

01

μπέικον, καπνιστό χοιρινό

viande de porc salée et fumée, souvent coupée en tranches fines 
le bacon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle a ajouté du bacon croustillant dans la salade. 

Πρόσθεσε τραγανό μπέικον στη σαλάτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store