Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La trempette
01
σάλτσα για βουτάω, ντιπ
préparation liquide ou semi-liquide dans laquelle on plonge des aliments pour les manger, souvent servie à l'apéritif
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
trempettes
Παραδείγματα
La trempette maison est toujours meilleure que celle achetée.
Η σπιτική σάλτσα είναι πάντα καλύτερη από την αγορασμένη.



























