Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faire du baby-sitting
01
κάνω μπέιμπι σίτινγκ, φροντίζω παιδιά
garder temporairement un ou plusieurs enfants en l'absence des parents
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
μόριο
du baby-sitting
βασικό ρήμα
faire
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fais du baby-sitting
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
faisons du baby-sitting
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ferai du baby-sitting
παθητική μετοχή
fait du baby-sitting
α΄ πληθυντικό παρατατικού
faisions du baby-sitting
Παραδείγματα
Elle fait du baby-sitting tous les samedis pour ses voisins.
Κάνει μπέιμπι σίτερ κάθε Σάββατο για τους γείτονές της.



























