le poste de travail
poste
pɔst
ποστ
de
ντα
tra
tʁa
τρα
vail
vaj
βαγ

Ορισμός και σημασία του "poste de travail"στα γαλλικά

Le poste de travail
01

σταθμός εργασίας, θέση εργασίας

lieu ou espace une personne effectue son travail, souvent équipé du matériel nécessaire 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
postes de travail
Παραδείγματα
Chaque employé a son propre poste de travail au bureau. 

Κάθε υπάλληλος έχει το δικό του χώρο εργασίας στο γραφείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store