l'effet secondaire
e
e
ε
ffet
fɛ
φε
se
sə
σα
con
gɔ̃
γκο
daire
daɛ̯ʁ
νταερ

Ορισμός και σημασία του "effet secondaire"στα γαλλικά

L'effet secondaire
01

παρενέργεια, ανεπιθύμητη αντίδραση

réaction non désirée ou indésirable d'un médicament ou d'un traitement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
effets secondaires
Παραδείγματα
Ce médicament peut provoquer des effets secondaires. 

Αυτό το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει παρενέργειες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store