la chirurgie esthétique
chirurgie
ʃiʁyʁʒi
shiryrzhi
esthétique
ɛstetik
estetik

Ορισμός και σημασία του "chirurgie esthétique"στα γαλλικά

La chirurgie esthétique
01

αισθητική χειρουργική, κοσμητική χειρουργική

ensemble d'interventions chirurgicales visant à modifier ou améliorer l'apparence physique 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle a recours à la chirurgie esthétique pour corriger une asymétrie du visage. 

Προσφεύγει στη αισθητική χειρουργική για να διορθώσει μια ασυμμετρία του προσώπου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store