Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sociopathe
01
κοινωνιοπαθής, άτομο με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας
personne qui présente des troubles de la personnalité, avec peu ou pas d'empathie pour les autres et des comportements antisociaux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sociopathes
Παραδείγματα
Le sociopathe manipule les gens sans remords.
Ο κοινωνιοπαθής χειραγωγεί τους ανθρώπους χωρίς τύψεις.



























