dyslexique
dys
dis
dis
lex
lɛk
lek
ique
sɪk
sik
anorexiquepériodiqueclassiquesdésertique

Ορισμός και σημασία του "dyslexique"στα γαλλικά

dyslexique
01

δυσλεκτικός, δυσλεκτικός

qui souffre de dyslexie , un trouble spécifique de l'apprentissage de la lecture et de l'écriture 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dyslexique
αρσενικό πληθυντικό
dyslexiques
θηλυκό ενικό
dyslexique
θηλυκό πληθυντικό
dyslexiques
Παραδείγματα
L'enfant dyslexique a besoin d'un soutien scolaire adapté. 

Το δυσλεκτικό παιδί χρειάζεται προσαρμοσμένη σχολική υποστήριξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store