Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le berger allemand
01
γερμανικός ποιμενικός, σκύλος ποιμενικός γερμανικός
grand chien de garde et de travail, intelligent et obéissant, souvent utilisé par la police ou l'armée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bergers allemands
Παραδείγματα
Le berger allemand a besoin de beaucoup d' exercice.
Ο γερμανικός ποιμενικός χρειάζεται πολλή άσκηση.



























