Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'éland
01
έλαντ, αντιλόπη έλαντ
grande antilope africaine aux cornes en spirale, vivant dans les savanes et les prairies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
élands
Παραδείγματα
L' éland se nourrit principalement d' herbes et de feuilles.
Ο έλαντ τρέφεται κυρίως με χόρτα και φύλλα.



























