Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le salon de beauté
01
σαλόνι ομορφιάς, κοσμητοριο
lieu où l'on propose des soins esthétiques pour le visage, le corps ou les cheveux
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
salons de beauté
Παραδείγματα
Le salon de beauté ouvre tous les jours sauf le dimanche.
Το καλλυντικό ινστιτούτο ανοίγει κάθε μέρα εκτός από την Κυριακή.



























