l'émerveillement
é
e
ε
mer
mɛʁ
μερ
veill
vɛj
βεγ
ement
μã

Ορισμός και σημασία του "émerveillement"στα γαλλικά

L'émerveillement
01

θαυμασμός, έκπληξη

sentiment intense de surprise et d'admiration devant quelque chose de beau, grand ou extraordinaire 
l'émerveillement definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les enfants regardaient le feu d'artifice avec émerveillement. 

Τα παιδιά παρακολουθούσαν τα πυροτεχνήματα με κατάπληξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store