Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'émerveillement
01
θαυμασμός, έκπληξη
sentiment intense de surprise et d'admiration devant quelque chose de beau, grand ou extraordinaire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Les enfants regardaient le feu d'artifice avec émerveillement.
Τα παιδιά παρακολουθούσαν τα πυροτεχνήματα με κατάπληξη.



























