Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'émaillage
01
εμαλιασμός, επίστρωση σμάλτου
action de recouvrir un objet, souvent en céramique ou métal, d'un émail pour le protéger ou le décorer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L' émaillage rend la surface résistante à l' eau.
Η σμάλτωση κάνει την επιφάνεια ανθεκτική στο νερό.
02
εμαγιέ, επίστρωση με σμάλτο
action de recouvrir un métal d'une couche vitrifiée ou protectrice
Παραδείγματα
L' émaillage donne un aspect brillant au métal.
Εμαλιασμός δίνει μια λαμπερή εμφάνιση στο μέταλλο.



























