Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sphéroïde
01
σφαιροειδές, σφαιροειδής
solide dont la forme ressemble à une sphère mais qui est légèrement aplatie ou étirée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sphéroïdes
Παραδείγματα
Le modèle mathématique représente un sphéroïde légèrement aplati.
Το μαθηματικό μοντέλο αντιπροσωπεύει ένα ελαφρώς πεπλατυσμένο σφαιροειδές.



























