la salinité
sa
sa
sa
li
li
li
nité
nite
nite

Ορισμός και σημασία του "salinité"στα γαλλικά

01

αλατότητα, περιεκτικότητα σε αλάτι

qualité de ce qui est salé, teneur en sel d'un aliment, d'une boisson ou d'un milieu (comme l'eau) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La salinité de l'eau de mer est très élevée. 

Η αλατότητα του θαλασσινού νερού είναι πολύ υψηλή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store